αρκτόμυς

αρκτόμυς
(-μυός) ο сурок

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "αρκτόμυς" в других словарях:

  • αρκτόμυς ή μαρμότα — Τρωκτικό της οικογένειας των σκιουριδών. Έχει κοντόχοντρο σώμα και μήκος 60 75 εκ., από τα οποία τα 20 αντιστοιχούν στην παχιά ουρά του. Το τρίχωμά του αποτελείται από απαλό χνούδι και μακριές και μάλλον σκληρές τρίχες. Τα πόδια του είναι κοντά… …   Dictionary of Greek

  • αλπική πανίδα — Πολλά είδη χαρακτηριστικών ζώων της αλπικής περιοχής μοιάζουν με τα ζώα των αρκτικών περιοχών, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να μπορεί να θεωρηθεί πως έχουν κοινή προέλευση. Κατά τη φάση της μέγιστης επέκτασης των παγετώνων της τεταρτογενούς,… …   Dictionary of Greek

  • SAPHAN — cuius mentio Levit. c. 11. v. 5. Hebraeis dicitur, qui Arabibus aliarbuo, Hieronymo arctomys, maioris scil. muris genus, in Palaestina, Aegypto et Libya, αρκτομῦς, i. e. ursinus mus, Graecis dictum, quod incederet bipes, et prioribus pedibus,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • νάρκη — I (Βιολ.). Περιορισμός περισσότερο ή λιγότερο παρατεταμένος και βαθύς της ζωικής δραστηριότητας, που παρατηρείται σε διάφορα ασπόνδυλα και σπονδυλωτά ζώα (αλλά και σε φυτά, που το χειμώνα χάνουν τα φύλλα τους), όταν οι συνθήκες του περιβάλλοντος… …   Dictionary of Greek

  • πανώλη — Οξεία λοιμώδης νόσος που προκαλείται από την παστερέλα της πανώλους (pasteurela pestiv), ένα κοκκοβακτηρίδιο το οποίο προκαλεί συνήθως επιζωοτίες σε μερικά είδη ποντικών· η νόσος μεταδίδεται στον άνθρωπο από τους ποντικούς όταν οι ψύλλοι, που… …   Dictionary of Greek

  • Ουζμπεκιστάν — (διεθν. Uzbekistan) Ουζμπεκιστάν Κράτος της κεντρικής Ασίας. Συνορεύει Ν με το Τουρκμενιστάν και με το Αφγανιστάν, Β με το Καζακστάν, Α με την Κιργισία, ΝΑ με το Τατζικιστάν.Η χώρα διαιρείται διοικητικά σε 12 επαρχίες, σε μία αυτόνομη δημοκρατία… …   Dictionary of Greek

  • ՄԿՆԱՐՋ — (ոյ կամ ի.) NBH 2 0285 Chronological Sequence: 18c գ. ἁρκτομύς mus ursinus. Գազան մկնակերպ, որ կարէ գնալ եւ ʼի վերայ երկուց ոտից որպէս զարջ. *Գտանի անդ եւ մկնարջ գազան. Բառ. ստեփ. լեհ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»